Δευτέρα, 17 Ιουνίου 2013

O Ασπιρινάς

dreancom.com
Ένα παραμύθι για καληνύχτα είναι ένα κοτσύφι. Στη ράχη του  κουρνιάζει το πιτσιρίκι σφίγγοντας στη χούφτα ένα μοναδικό εισιτήριο για την ονειροχώρα. Κρατηθείτε απ΄τις φτερούγες (απαλά όμως, ε;). Θα πετάξουμε.

Φοράει λευκή ποδιά, γυαλιά με χρυσό σκελετό, έχει γαλάζια  -λίγο χαζά- μάτια, μια συμπαθητική καραφλίτσα και κόκκινα μωρουδιακά μάγουλα. Είναι κάπου στα -άντα –κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά πόσο- και είναι ο γιατρός του χωριού. Όλη τη μέρα κάθεται στο γραφείο του και φτιάχνει σαΐτες. Κι ενώ έχει καταναλώσει τόνους χαρτί προκαλώντας τη μήνη των οικολόγων, δεν έχει καταφέρει να πετύχει το στόχο του, δηλαδή τον οφθαλμιατρικό πίνακα που κρέμεται πίσω απ ΄την πόρτα. Τα ξέρω αυτά, γιατί έχω ρωτήσει το δημιουργό του. Τον μπαμπά μου δηλαδή.

Οι ασθενείς του δόκτορος, προστρέχουν σ’ αυτόν μόνο βράδυ. Για κάποιον περίεργο λόγο, όλοι αρρωσταίνουν όταν το κορίτσι (ναι! ναι! εγώ!) ξαπλώνει επιτέλους στο κρεβάτι και δίπλα της –κάθεται στην αρχή- ξαπλώνει κι αυτός στη συνέχεια, γιατί είναι κατάκοπος, ο μπαμπάς. Και τότε ξεκινούν οι ιστορίες του Ασπιρινά. Του επαρχιακού γιατρού που θεραπεύει τα πάντα, από πονόλαιμο μέχρι κάταγμα με μια θαυματουργή ταμπλέτα ασπιρίνης. Θαυματουργή είναι ένας λόγος. Συνήθως, οι αναποτελεσματικές αγωγές καταλήγουν σε έναν Ασπιρινά ξυλοδαρμένο, φυγαδευμένο, οπωσδήποτε πάντως τσαλακωμένο. Κάθε βράδυ, η πάθηση που έχει ν’ αντιμετωπίσει ο  καλός γιατρός διαφέρει. Ποτέ όμως δεν διαφοροποιείται η προτεινόμενη αγωγή κι η ατυχής κατάληξη της ιστορίας. Μια καινούρια ιστορία κάθε φορά. Κι είναι εκεί, στην κατάληξη που ο νυσταγμένος μπαμπάς, μ’ ένα χαμόγελο κοιτάει την κόρη κι εκείνη το ανταποδίδει μ’ ένα γελάκι. Επέρχεται μια κλιμάκωση χαχανητών, καθόλου αντάξια του χιουμοριστικού περιεχομένου της ιστορίας, μα απολύτως εναρμονισμένη με το δέσιμο χαζομπαμπά-χαζοκόρης. Κι είναι αυτή ηκουτοχαρμοσύνη που εκείνον τον λυτρώνει απ’ το φορτίο της μέρας και τον αποκοιμίζει στο παιδικό κρεβάτι κι εκείνη, την πιτσιρίκα, που τάχα έπρεπε να την υπνωτίσει το παραμύθι, την τσιτώνει η ευτυχία και ψιθυρίζει «Κι άλλο! Κι άλλο!», μα όχι πολύ δυνατά. Όσο χρειάζεται για να δηλωθεί η επιδοκιμασία μιας ακόμα πετυχημένης εξιστόρησης της ζωής ενός αποτυχημένου γιατρού. Δεν θέλει να τον ξυπνήσει. Ξέρει η μικρή, πως ο μπαμπάς ξυπνάει αξημέρωτα. Τον ακούει μέσα στον ύπνο της τα πρωινά να προσπαθεί να πνίξει τον τσιγαρόβηχα κι εύχεται πάντα –λίγο τρομαγμένη- να καταφέρει να πάρει ανάσα. Και τώρα, φιλάει την καράφλα του και τον χαϊδεύει στην κορφή του άτριχου κεφαλιού, του λατρεμένου. 

Κάποια στιγμή, μέσα στη νύχτα -ποτέ δεν ξέρει πότε ακριβώς- η μαμά θα έρθει να τον μαζέψει για το δικό τους κρεβάτι και θ’ ακουστεί μέσα στα όνειρα ένα ακόμα : καληνύχτα Ντούσα μου. Ντούσα, λέει την κόρη του. Στα ρώσικα σημαίνει ψυχή μου. Οπότε το Ντούσα μου, είναι δυο φορές «μου». Και παραπάνω να ήταν, κανείς δεν θα είχε αντίρρηση.
Καληνύχτα μπαμπά. Να ονειρεύεσαι πάντα παραμύθια.

(Χρεωστούμενο για τη χτεσινή γιορτή του Πατέρα.
Γενικώς χρεωστούμενο εδώ και χρόνια.)

4 σχόλια:

  1. ακριβώς έτσι...κι εμένα ο πατέρας μου μου (διπλό "μου") διηγόταν παραμύθια, το μεσημέρι όμως που κάναμε σιέστα και είχα δυσκολία να κοιμηθώ...συνήθως το παραμύθι είχε επίσης τον ατέλειωτο...κι όταν δεν κατάφερνα να κοιμηθώ, συνέχιζα από μέσα μου σκαρώνοντας το τέλος, από αυτά που είχα (ξαν)ακούσει...
    (...)
    ακόμη μπερδεύομαι να συνδέσω τις ιστορίες με τα τελειώματά τους και τις συνθέτω όπως με βολεύει

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι, τον ατελείωτο. Ακόμα μας διηγούνται ιστορίες. :)

      Διαγραφή
  2. Ο δικός μου μας έλεγε "δάκια μου" όπως ο παππούς (παραφθορά από το "παιδάκια μου". ) :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή