Πέμπτη, 25 Δεκεμβρίου 2014

Το πιο πολύτιμο δώρο

"Η αγκαλιά είναι ένα εξαιρετικό φάρμακο. Η αγκαλιά μεταφέρει ενέργεια και 
δίνει ένα συναισθηματικό «ανέβασμα». Χρειάζεσαι τέσσερεις αγκαλιές την 
ημέρα για να επιζήσεις και δώδεκα για να αναπτυχθείς. Άλλοι πάλι λένε ότι η 
αγκαλιά είναι ένα είδος επικοινωνίας γιατί λες όλα αυτά που δεν μπορείς 
αλλιώς να πεις. 
Και το καλύτερο δεν μπορείς να δώσεις μια αγκαλιά χωρίς να πάρεις…"

Πέμπτη, 18 Δεκεμβρίου 2014

Και λες εμένα λαϊκιστή;

Τελειώνει λοιπόν το 2014 κι ο πλανήτης εγκυμονεί αλλαγές. Άλλοι λένε πως το έμβρυο είναι αγόρι,  άλλοι περιμένουν κορίτσι κι άλλοι προειδοποιούν πως πρόκειται για  alien. Την τέχνη των διαγνωστικών ελέγχων όμως, δεν την κατέχει κανείς,  γιατί το μωρό είναι σαν τη γάτα του Σρέντιγκερ . Αν προσπαθήσεις να το δεις αλλάζει. Η ματιά του παρατηρητή επηρεάζει τη ζωή ή το θάνατό του.  Φαντάσου τώρα, να υπάρχουν δισεκατομμύρια παρατηρητές. Το μωρό γεννιέται και πεθαίνει καθώς ανοιγοκλείνουμε τα μάτια μας.

Μωρό πρώτο:
(Σιωπή κι ας μην λαϊκίζουμε.)

Μωρό δεύτερο:
Σύμφωνα με τον Πρόεδρο Ομπάμα, η πολιτική στάση των ΗΠΑ καθόλου έξυπνη δεν αποδείχτηκε. Βέβαια, τόσα χρόνια, κάποιοι λιμοκτόνησαν, κάποιοι άλλοι βασανίστηκαν και εκτελέστηκαν, χιλιάδες Κουβανοί δεν είχαν πρόσβαση σε φάρμακα και άλλα αναγκαία αγαθά, αλλά βρε παιδί μου, ένα λάθος κάναμε, ας το δούμε τώρα. Να το διορθώσουμε –αν το επιτρέψει το Κονγκρέσο που πια δεν ελέγχεται από τον πρόεδρο. 
Εξάλλου όλοι Αμερικάνοι είμαστε. 

Αυτό που είχε κάνει η Κούβα και τιμωρήθηκε με 56 χρόνια απομόνωσης ήταν να ανατρέψει τη βολική για τις ΗΠΑ δικτατορία του Μπατίστα, που στηριζόταν στις διεθνείς  μαφιόζικες πλάτες των τότε αγορών αλλά και στην κανονική μαφία. Τόσο καιρό μετά, η απομόνωση αυτή δεν βολεύει πια. Τώρα οι ΗΠΑ κήρυξαν οικονομικό πόλεμο στη Ρωσία και στο φίδι των Ταλιμπάν που έθρεψαν στο φιλόξενο κόλπο τους. Ε, δεν είναι λογικό να τα βάζουν με όλους.
(Σιωπή κι ας μην λαϊκίζουμε.)

Κυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2014

Φυλακισμένες;

Για την ομάδα ξεblogάρισμα λίγοι θα έχουν ακούσει, για τις γυναικείες φυλακές στον Ελαιώνα Θήβας λιγάκι περισσότεροι, κάποιοι ίσως θυμούνται τις πάλαι ποτέ γυναικείες φυλακές στον Κορυδαλλό
Oι αποκλεισμένοι, οι έγκλειστοι, οι φυλακισμένοι, οι κρατούμενοι, οι πρόσφυγες, οι μετανάστες, οι απεργοί - και ακόμη χειρότερα οι απεργοί πείνας, δεν είναι λέξεις που συμμορφώνονται στο εορταστικό κλίμα των Χριστουγέννων ή αυτό που προέκυψε ως προεκλογικό κλίμα των ημερών…
Για κάποιους από εμάς όμως σημασία έχει να μην ξεχνάμε όλους αυτούς ιδίως μέσα σε αυτό ακριβώς το κλίμα και τη διάθεση που προσπαθούν να μας επιβάλλουν - για το καλό μας…



'Αλλωστε, όπως έλεγε και η Έλενα Γ., όταν έγραφε την επιγραφή "ΕΡΓΑ ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ" για τα καλλιτεχνήματα των γυναικών που ζουν στις φυλακές του Ελεώνα Θήβας, ξεχασμένες από οικογένεια, κοινωνία και κράτος, "ΚΡΑΤΟΥΜΕΝΕΣ, όχι ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΕΣ, γιατί φυλακισμένοι είμαστε όλοι μας".

Σχετικά πόστ:

13,14 Δεκεμβρίου το Χριστουγεννιάτικο μπαζάρ μας !

Για να γκρεμιστεί κάθε φυλακή και η λογική του εγκλεισμού

Φυλακές vs σχολεία 1-0 



Τετάρτη, 10 Δεκεμβρίου 2014

Η λάσπη στο νερό

Ζούσε σε μια παιδική ζωγραφιά. Λουλούδια στο μπόι του σπιτιού με την κόκκινη στέγη και την αιώνια καπνισμένη καμινάδα. Δίπλα, ένα κομμάτι μπλε που ήταν λέει ρυάκι. Ουρανός βαμμένος με χοντρό γαλάζιο μολύβι κι ένας γελαστός ήλιος, λίγο φαφούτης. Τα δέντρα δεν άλλαζαν με τις εποχές. Αντί για φύλλα, τα τύλιγε ένα επίμονο πράσινο σύννεφο.

Δεν ήταν πια παιδί. Παρέμενε ωστόσο αρυτίδιαστος. 
Τα χαμόγελα δεν άφηναν σημάδια στο πρόσωπό του. 
Συνέχιζε να φορά σορτσάκι με τιράντες και τα καρφωτά μαλλιά του δεν θα ασπρίζανε, δεν θα πέφτανε ποτέ. 
Στον κόσμο της ζωγραφιάς, όλοι τον αγαπούσαν. Κι αυτοί οι όλοι ήταν πάνω κάτω αστείες εκδοχές του ίδιου. Σε αγόρι, σε κορίτσι, σε άλλα μεγέθη και χρώματα, μα πάντα αγέραστοι και καλόκαρδοι.

Δεν τη βαριόταν την ευτυχία, μήτε κι αναζητούσε περιπέτειες. Μόνο, που να, ήταν λίγο περίεργος. Μερικές φορές σκαρφάλωνε στο καφέ βουνό, αυτό που φαινόταν πίσω από το σπίτι κι αναρωτιόνταν τι να υπήρχε πιο κει. Μα δεν μπορούσε να δει. Κανείς δεν είχε ζωγραφίσει παραπέρα.
Άρχισε λοιπόν να φαντάζεται.
Αυτό που πρωτοσκέφτηκε ήταν μια επανάληψη του καθημερινού τοπίου. Αλλά όχι. Δεν θα ήταν σωστό, αλλά βαρετό κι ανεπίτρεπτο στον τέλειο κόσμο του.
Σκεφτόταν, σκεφτόταν, αλλά τίποτα δεν ερχόταν στο μυαλό μου.
Στο τέλος αποκοιμήθηκε.

Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2014

O Ρωμανός κι εμείς

Τον Ιούνιο του 2010, οι Κορκονέας και Σαραλιώτης αφέθηκαν ελεύθεροι πριν ακόμα δικαστούν.

Ένα χρόνο μετά την καταδικαστική για τους δύο αστυνομικούς απόφαση, ο Σαραλιώτης αποφυλακίζεται. 
Ο Κορκονέας παραμένει στη φυλακή. Προς το παρόν. Ωστόσο και αυτός, ενώ ήταν υπόδικος, κυκλοφορούσε ελεύθερος. Όχι με άδεια. Ελεύθερος.

Αυτοί οι δύο ήταν δημόσιοι λειτουργοί. Θεωρούνταν, προστάτες του πολίτη. Πληρώνονταν έως πρόσφατα από το Δημόσιο, αν και καταδικασμένοι.
Ωστόσο, ο Σαραλιώτης κρίθηκε ακίνδυνος, ενώ αποδεδειγμένα είναι συνεργός στη δολοφονία ενός παιδιού.
Ο μέσος Έλληνας δεν ανησυχεί που κυκλοφορεί δίπλα του o δολοφόνος. Δεν τον φοβάται. Ο Σαραλιώτης δεν κέρδισε την ελευθερία του κάνοντας απεργία πείνας. Στην περίπτωσή του, η διαδικασία ήταν απλή.

Φυσικά, δεν είναι ο μόνος καταδικασμένος/καταζητούμενος/υπόδικος που κυκλοφορεί ελεύθερος. Αναφέρω την περίπτωση, για τη γνωστή σε όλους σχέση με τον Νίκο Ρωμανό.

Ο Νίκος Ρωμανός δεν είναι δολοφόνος. Σύμφωνα με τον εισαγγελέα δεν συμπεριφέρεται καν ως συνηθισμένος ληστής. Μάλιστα δείχνει πρωτοφανή σεβασμό στην ανθρώπινη ζωή:
Πρώτη φορά βλέπω ληστεία που να αφήνουν τους ομήρους ελεύθερους, κατά δε την καταδίωξη, ενώ είχαν το επάνω χέρι διαθέτοντας βαρύ οπλισμό, ούτε πυροβόλησαν τους αστυνομικούς που τους καταδίωκαν ούτε χρησιμοποίησαν τον όμηρο σαν ασπίδα για να διαφύγουν...
Τα παραπάνω, είναι λόγια του εισαγγελέα.

Παρόλα αυτά, ο Ρωμανός κρίνεται επικίνδυνος. Όχι μόνο η δικαστική αρχή, αλλά κι ο Πρωθυπουργός το διαλαλεί από το βήμα της Βουλής . Κάποια σχέση πρέπει να είχε με τον προϋπολογισμό που συζητιόνταν, αν και τώρα μου διαφεύγει.
Το ίδιο περίπου θα αποφανθεί η βουλή με σχετική τροπολογία περί τηλεπαρακολούθησης μαθημάτων.

Και οι τρεις λοιπόν εξουσίες της χώρας: η εκτελεστική (αν και δεν της έπεφτε λόγος), η δικαστική και η νομοθετική, έκριναν παράνομο το αίτημα του Ρωμανού να πηγαίνει στη Σχολή του.
Ωστόσο:
Τον άφησαν να δώσει εξετάσεις.
Και τον βράβευσαν για την επιτυχία του.

Πέρα όμως από τις διακεκριμένες εξουσίες, οι περισσότεροι πολίτες της Χώρας συμφωνούν με τις τρεις εξουσίες ή σε κάθε περίπτωση, δεν γνωρίζουν/δεν απαντούν/δεν τους καίγεται καρφί.
Δεν χρειάζεται δημοσκόπηση για να το αντιληφθούμε.
Τα δείγματα δίπλα μας παραείναι πολλά.

Αυτό λοιπόν, το παράξενο πλάσμα, που αποκαλούμε μέσο Έλληνα, θέλει να σαπίσει ο Ρωμανός στη φυλακή, αλλά καθόλου δεν ενοχλείται από τις προσωρινές και μόνιμες αποφυλακίσεις των Κορκονέα και Σαραλιώτη.

Γιατί όμως;

Κάποιοι θα απαντήσουν, πως αυτό είναι το νόμιμο (κι άσε μας ήσυχους-έχουμε και δουλειές.)
Το νόμιμο σε μια χώρα χαοτικής νομοθεσίας, είναι βέβαια λίγο μπερδεμένο. Εν ολίγοις, άκρη δεν βγάζεις κι ας είσαι και νομικός. Εγώ, δεν είμαι και πιθανόν, σε κάποιες υποσημειώσεις του νόμου, αυτή η πρόταση που θα γράψω τώρα δα, να μην είναι νομότυπη, αλλά μου φαίνεται πως το νόμιμο δεν συμφωνεί πάντα με το δίκαιο.

Εκτός από τους νομότυπους, η συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων γύρω μου, αποφαίνεται ως εξής για το Ρωμανό:
"Σιγά μην έχει δικαίωμα στην εκπαίδευση."
"Είναι κωλόπαιδο. Σιγά μην θέλει να σπουδάσει."
"Θα το σκάσει και θα φτιάξει βόμβες/θα ληστέψει/θα σκοτώσει/κι ακόμα χειρότερα, θα μου σπάσει το αυτοκίνητο."

Εκτός λοιπόν από αυτούς που λένε πως σέβονται το νόμο (αρκεί να μην πρόκειται για τις φορολογικές τους παρατυπίες), υπάρχουν κι εκείνοι που φοβούνται τον Ρωμανό.
Στην πραγματικότητα όμως, δεν φοβούνται μήπως το σκάσει και απειλήσει τη ζωή τους, αφού σύμφωνα με τους δικαστές σέβεται την ανθρώπινη  ζωή.
Τότε, τι;

Φοβόμαστε ό,τι δεν καταλαβαίνουμε. Κι ο Ρωμανός πράττει πολλά ακατανόητα.

Καταρχήν, μας πετάει στα μούτρα το Ελληνικό Όνειρο.
Το γνωστό σε όλους, Αμερικάνικο Όνειρο είναι η οικονομική καταξίωση ενός αυτοδημιούργητου; Ε, το αντίστοιχο Ελληνικό, είναι να είσαι εισοδηματίας. Να έχεις γεννηθεί βρε παιδί μου πλούσιος. Χωρίς ανάγκη ν΄ αγωνιστείς για να επιβιώσεις.  Ίσως γιατί το να είσαι αυτοδημιούργητος στην Ελλάδα είναι πολλαπλάσια πιο ζόρικο από το να πετύχεις στην Αμερική. Και απείρως πιο ψυχοφθόρο. Τουλάχιστον για όσους διαθέτουν ψυχή.
Ο Ρωμανός λοιπόν είναι ένα πλουσιόπαιδο. Αυτό και μόνο, τον κάνει αντικείμενο φθόνου. Το να απαρνιέσαι αυτό το όνειρο, κάνει τους θιασώτες του ονείρου να νοιώθουν προσβεβλημένοι.

Αν δεν έχεις γεννηθεί εισοδηματίας, το Plan B του Έλληνα, είναι οι σπουδές. Το όνειρο αυτό δεν έχει λεφτά πια, αλλά μια κοινωνική καταξίωση την βαστάει ακόμα: "Ο γιος μου ο φοιτητής μπλα μπλα."
Πληρώνει ο γονιός ένα σκασμό λεφτά στο Φροντιστήριο για να καταφέρει το ταλαίπωρο το παιδί του να γίνει φοιτητής. Και μετά, για τους σωστούς ή τους λάθος λόγους, το παιδί δεν πατάει στις παραδόσεις.
Εδώ τώρα, αυτό το φυλακισμένο παιδί, καταφέρνει να πετύχει στις εξετάσεις χωρίς φροντιστήρια και χωρίς την ψυχοβγαλτική πίεση των γονιών του. Πώς τολμάει;
Σαν να μην έφτανε αυτό, θέλει λέει να πηγαίνει και στις παραδόσεις. Σ' αυτές που τα δικά μας τα παιδιά δεν πολυθέλουν να πατάνε. Σιγά μην τον πιστέψει ο δαιμόνιος μέσος Έλληνας.

Αν αποτύχει το Plan A και το Plan B του Έλληνα, θα έχει πάντα το ταβερνάκι, τα σπίτια των φίλων, το φαΐ. Έρχεται τώρα αυτός ο πιτσιρικάς και κάνει απεργίας πείνας. Για 28 μέρες με τη σημερινή. Εντελώς ακατανόητο για όλους εμάς που μια δίαιτα συστήνει ο γιατρός και την αρχίζουμε από Δευτέρα σε Δευτέρα.

Μερικές  άδειες, λίγες 24ωρες ανάσες ελευθερίας είναι γι αυτόν τον παράξενο νέο πιο σημαντικές από τη ζωή του την ίδια. Πόσο ενοχλητικά παρηχούν όλα αυτά με το "Ελευθερία ή Θάνατος" που μας ταΐζουν από μικρά.
Εκτός από παράξενος είναι κι ενοχλητικός.

Τρίτη, 25 Νοεμβρίου 2014

Σιωπή πια



Είναι κάτι μέρες που δεν έχω να πω τίποτα. 
Κάποιες άλλες –μπορεί και να 'ναι οι ίδιες- που δεν θέλω ν’ ακούσω τίποτα.
Δεν θέλω να είμαι πια ευγενική.
Δεν θέλω άλλη ενημέρωση.
Θέλω να κλειστώ στο αυτιστικό μου σύμπαν κι ηλεκτροφόρα σύρματα να εκτινάζουν όποιον πλησιάζει.

Αυτές τις μέρες, το μόνο που με γιατρεύει είναι ένα παραμύθι. 
Μια ιστορία για έναν άλλον πλανήτη. 
Αρμονικό, όμορφο.

Χωρίς χειροκροτητές της παγκόσμιας νομιμότητας.

Μια ιστορία για έναν εξωγήινο ποιητή.

 Για έναν μικρό πρίγκιπα.

Τρίτη, 18 Νοεμβρίου 2014

Απελπισία

Σήκωσε τα μάτια και μας κοίταζε όλους εμάς Σαν το λαγό όταν ρίχνει πάνω του τους προβολείς ο κυνηγός Σαν το κυνηγημένο ζώο που πιάστηκε στη φάκα Ένα απελπισμένο σαρκί που τυλίχτηκε γύρω από κάποια κόκκαλα

Τι μπορεί να πήγε στραβά;
Ποιος έφταιξε;
Γιατί αυτό τώρα;
Τι έπρεπε να κάνω;
Προσπάθησα όλα αυτά τα χρόνια να είμαι καλή, ευγενική, δοτική, να μην επαίρομαι και να μη βαρυγκωμώ, να φροντίζω γονείς, παιδιά και οικογένεια. Να καθαρίζω, να μαγειρεύω, να φιλεύω και να προσέχω τα εγγόνια. Να πηγαίνω στην εκκλησία, να νηστεύω τη Σαρακοστή και να ακολουθώ το σαρανταλείτουργο, να δίνω το παρόν στους χαιρετισμούς και στις παρακλήσεις, να ψέλνω τα απολυτίκια και τα τροπάρια, να θλίβομαι το Μεγαλοβδόμαδο. Κοίταζα να εξομολογούμαι τακτικά κι όταν έβρισκα λίγο χρόνο έτρεχα σε φτωχούς και σε αρρώστους. Λάτρευα τα παιδιά μου· μαζί τους ξενυχτούσα όταν αυτά έδιναν εξετάσεις και τα βράδια παραφύλαγα να ακούσω το κλειδί στην πόρτα όταν αυτά τριγυρνούσαν και ξενυχτούσαν· εγώ κρατούσα το χέρι τους όταν φοβόντουσαν, εγώ ακουμπούσα στο προσκεφάλι τους όταν είχαν πυρετό, εγώ τα τάιζα όταν αρρώσταιναν. Το ίδιο έκανα και μετά με τα εγγόνια μου. Και καθώς η ζωή επαναλαμβανόταν γαντζώθηκα από το διηνεκές. Κι αξίωνα να κρατήσει για πάντα αυτή η ζωή. Να φροντίζω το φαγητό τους, τις αλλαξιές τους, τα μαθήματά τους, τις καρδιές τους, αυτό ήθελα, να είμαστε για πάντα όλοι μαζί, να μένουμε για πάντα όλοι μαζί, στα καθημερινά, στα τραπεζώματα, στις μαζώξεις, στις γιορτές, στις αυλές, στους κήπους και στις βεράντες.

Ήθελε να το καταλάβει. Αυτό που δεν χωνεύεται γιατί πάει και στέκεται κατευθείαν στην καρδιά, ήθελε να το καταλάβει. Κι ας ήξερε ότι δεν είχε κάποιο νόημα να το καταλάβει...Κι αυτό ήταν που την πλήγωνε περισσότερο. Η προδοσία όλων αυτών που, με καλή πίστη, είχε πράξει. Και τώρα παρά ποτέ, ήθελε να ξανανιώσει το σκίρτημα μιας ζωής μέσα της. Ήθελε να ξαναζήσει το γέμισμα των ωδινών και το άδειασμα της ευτυχίας. Ήθελε να ακούει παιδικά γέλια και όχι ενήλικα κλάματα. Ήθελε να συγκλονιστεί από τον αχό της χαράς κι όχι από τον απόηχο της βουβαμάρας

Και μετά την είδαμε να σηκώνει τα χέρια Είδαμε το μικρό κουρδιστήρι στο ένα χέρι και τη αφύσικα μεγάλη μανιβέλα στο άλλο Όρμησε να σταματήσει το ρολόι στον τοίχο και να γυρίσει πίσω το μυαλό, ή πάλι ίσως, να βάλει μπρος στο μυαλό και να γυρίσει πίσω το ρολόι… δεν ήξερε ότι ο χρόνος δεν γυρνά ποτέ από ανθρώπινο χέρι και πως η ανθρώπινη ιστορία γράφεται για να διαβάζεται ιεραρχικά, σελίδα με τη σελίδα, δεν είχε ακούσει για τα δεσμά της μοίρας των ανθρώπων, δεν έμαθε ποτέ αγγλικά για να καταλάβει το ατελέσφορο it is bound to happen

Έχετε δει απελπισμένο; Σας έχει κοιτάξει απελπισμένος; Και δεν σκύψατε το κεφάλι;


Δευτέρα, 17 Νοεμβρίου 2014

41 χρόνια


41 χρόνια μετά, λοιπόν. Κάθε χρόνο, αναρωτιέμαι τι είναι για μένα η 17η Νοέμβρη.
Μια μπερδεμένη παιδική ανάμνηση.
Μαυρόασπρη τηλεόραση. ΥΕΝΕΔ.
Θυμάμαι πως βλέπαμε τον Παπαδόπουλο και γελάγαμε.
Σιγανά όμως. Προσεκτικά.
Σε μας τα πιτσιρίκια τότε, φαινόταν απίστευτα αστείος. Λες κι υποδυόταν κάποιον κακό ήρωα. Δεν ξέραμε ποιον. Το έκανε όμως τόσο άσχημα, που το παιδικό μυαλό αναρωτιόταν πώς αυτό το ανθρωπάκι που δεν μπορούσε να εκφράσει δυο λόγια με ειρμό, ηγεμόνευε τόσα χρόνια.

Οι γονείς μου ήταν από εκείνους τους ανθρώπους που δεν αντιστάθηκαν. Όσο γελοίοι κι αν τους φαίνονταν οι δικτάτορες, όσο κι αν αντιλαμβάνονταν τον ξεπεσμό της αξιοπρέπειας, της ελευθερίας, των λέξεων ακόμα, δεν λέγανε κουβέντα εκτός σπιτιού.  
Κι εντός όμως. 
Θυμάμαι τη χλομάδα της μαμάς όταν ο αδερφός μου, που ήταν το ’73 στο γυμνάσιο, πήγε με τους φίλους του να δει τι γίνεται στο Πολυτεχνείο. Θυμάμαι τον μπαμπά να τον λέει άμυαλο. Κι όσο το σκέφτομαι, συνειδητοποιώ, πως το συναίσθημα που επικρατούσε στο σπίτι μας ήταν ο φόβος. Κι όχι μόνο στο σπίτι. Η ίδια χλομάδα παντού. Στο σχολείο, στους γονείς των συμμαθητών, στους δασκάλους μας.
Έξαρση, χαρά, προσδοκία, είχαμε μόνο τα πιτσιρίκια. Όχι, γιατί καταλαβαίναμε με ακρίβεια τι γινόταν στην Πατησίων. Μας μεθούσε όμως η προοπτική της περιπέτειας. Κατά τα άλλα, διατηρώ την ανάμνηση μιας αναιμικής Ελλάδας στα πρόσωπα των ενηλίκων. Μιας χώρας μέσα στο φόβο. Ο φόβος να παραλύει, να γίνεται το δομικό υλικό του γύψου. Του αγαπημένου γιατρικού της χούντας. Μπορεί το μυστρί να το κρατούσε ο Παττακός, αλλά η λάσπη στο εργαλείο, ήταν η σιωπηρή συνενοχή των Ελλήνων. Των περισσότερων τουλάχιστον.
Κι ύστερα κάτι άρχιζε να αλλάζει. Μέσα σε λίγες μέρες, εκείνο το Νοέμβρη, οι σιωπηλοί και χλομοί ενήλικες, φόρτωσαν το βάρος της καρδιάς τους στους ώμους μερικών νέων. Λες και έσπασε ένα συλλογικό αυγό κι άρχισε να φαίνεται ένα γενναίο πρόσωπο που ασφυκτιούσε. Που επιτέλους ανάσαινε.

Τα χρόνια που ακολούθησαν, τους νέους αυτούς, τους σηκώσανε ψηλά, τους φτιασιδώσανε, τους μακιγιάρανε, τους κόψανε, τους ράψανε, τους περιφέρανε. Με το καμάρι της κίβδηλης μαζικής συμμετοχής, προβάλαν πάνω τους, τους μικρούς εαυτούς τους. Τους παινέψανε, τους αγκάλιασαν, τους κάνανε επίσημη γιορτή.   
Και σύντομα, άρχισαν να τους βαριούνται. Τα φτιασίδια που τους κολλήσανε, άρχισαν να ενοχλούν. Το μακιγιάζ ξέφτισε. Το επαναστατικό άρωμα άρχισε να μυρίζει σουβλάκι και τριαντάφυλλο για μαζική κατανάλωση. 
Αποφάσισαν λοιπόν, πως η ανάμνηση που σκηνοθέτησαν, αυτή που είχε καλύψει την αρχική μνήμη, ήταν κάπως κακόγουστη. Ταύτισαν την ψεύτικη εικόνα με την αρχική εξέγερση και την αποκήρυξαν. Τους βαρέθηκαν τους νέους, που είχαν άλλωστε μεγαλώσει πια.  Κι άρχισαν να τους φορτώνουν κι άλλα βάρη πέρα από την αρχική ενοχή της σιωπής.  Ξεκίνησαν να τους δείχνουν ως υπεύθυνους για ότι κακό ακολούθησε. 
Ποιοι;
Εντάξει. Ας κοιταχτούμε στον καθρέφτη. Για λίγο τουλάχιστον, χωρίς φόβο.

Παρασκευή, 14 Νοεμβρίου 2014

Ενυδρείο


Κολυμπάμε σε ένα μεγάλο ενυδρείο.  Είμαστε τα ξεχασμένα ψάρια. Το ενυδρείο μας περιβάλλεται από ένα ευρύτερο ενυδρείο όπου περιφέρονται καρχαρίες με χοντρές κοιλιές.
Μας λένε πως είναι οι προστάτες μας.

Εμείς τα ψάρια περνάμε κρίση. Συμβαίνει αυτό σε όλα τα ενυδρεία.
Μας λένε πως είναι περιοδικό φαινόμενο που περνάει, παρασύροντας μαζί σκουπίδια κι ασήμαντα θύματα.Λίγες αναγκαίες θυσίες και όλα θα αυτορυθμιστούν.
(Σε λίγο, όλα θα περάσουν από μόνα τους λοιπόν.)

Είμαστε οι Ασήμαντοι.Περιμένουμε να δούμε αν θα γίνουμε και θύματα. 
(Απλώς περιμένουμε.)
Μας λένε πως ακόμα ζούμε. 
(Τους πιστεύουμε.)
Τρώμε ότι περισσεύει από την τροφή των καρχαριών. 
(Η τροφή όσο πάει ελαττώνεται.)
Αναπνέουμε όσο οξυγόνο δεν ρουφάνε οι προστάτες μας. 
(Ο αέρας όσο πάει λιγοστεύει)
Παρατηρούμε μικραίνοντας όλο και περισσότερο το βλέμμα. 
(Το νερό όσο πάει θολώνει).

Οι καρχαρίες μας χαμογελούν. Πού και πού τους βλέπουμε να καταπίνουν τα μικρά ανυπάκουα ψάρια που επαναστατούν κι επιχειρούν το μεγάλο πήδημα. Σπλουτς και βρίσκονται στο παραέξω ενυδρείο. Δεν ξεφεύγει κανείς. Αυτά τα ανυπάκουα ψάρια, πριν πηδήσουν μόνα, έλεγαν πως αν ήμαστε πολλοί οι ανυπάκουοι, δεν θα μπορούσαν να μας νικήσουν.

Εμείς όμως, τα αφήνουμε μόνα. Τα μισούμε. Δεν τα πιστεύουμε. 
(Η πίστη μας όσο πάει λιγοστεύει.)
Κάποιοι από μας επιπλέουν στην επιφάνεια. 
(Όλοι μας σιγά-σιγά ελαφραίνουμε.)
Κάποιοι άλλοι τρελαίνονται κι ονειρεύονται θάλασσες. 
(Εμείς που θέλουμε να ζήσουμε με ασφάλεια δεν ονειρευόμαστε.)

Koi Monet by George Covin

Τετάρτη, 12 Νοεμβρίου 2014

Συζητώντας για τις καταλήψεις

O σχολικός εκφοβισμός ορίζεται ως η επαναλαμβανόμενη ψυχολογική ή σωματική βία από ένα παιδί ή ομάδα παιδιών σε ένα άλλο παιδί.
Για το θέμα έχουν ανοίξει πολλές συζητήσεις , έχουν ασχοληθεί ειδικοί κι έχουν δοθεί συμβουλές αντιμετώπισης. Όχι, πως λύθηκαν έτσι τα προβλήματα, αλλά τουλάχιστον αναγνωρίσαμε το πρόβλημα και ψάχνουμε για λύσεις. Οι πιο πολλοί συμφωνούν πως το παιδί πρέπει να μιλήσει στους γονείς και στους εκπαιδευτικούς. Κυρίως το σχολείο είναι αυτό που θα αντιμετωπίσει το θέμα κι αν δεν μπορεί ή αρνείται να παραδεχθεί την ύπαρξή του, τότε, όπως λένε οι ειδικοί, το θύμα του εκφοβισμού θα πρέπει να αλλάξει σχολείο.
Τι γίνεται όμως όταν ο σχολικός εκφοβισμός ασκείται από τους ίδιους τους εκπροσώπους του σχολείου;
Πρόσφατα μάθαμε γι αυτόν τον λαμπρό εκπαιδευτικό του 4ου Γυμνασίου Δάφνης. Έδωσε τα ονόματα ανήλικων μαθητών στην αστυνομία για να αποτρέψει την κατάληψη του σχολείου. Προφανώς, πέτυχε το στόχο του. Όπως έμαθα, ο σύλλογος γονέων του σχολείου, συμφώνησε με τις ενέργειες του εκπαιδευτικού. Εξάλλου, τι άλλο έκανε ο ανθρωπάκος, από το να εφαρμόσει το στυλ και τις πρακτικές της εκλεγμένης κυβέρνησης και των Υπουργών Παιδείας;

Όπως φαίνεται, η κίνηση του παραπάνω κυρίου, αποτέλεσε παράδειγμα μίμησης και για άλλους σχολικούς διευθυντές.

Ο νεαρός μου εκλέχτηκε στο 15μελές. Πολύ το χάρηκε. Κάθε τόσο έρχεται και μου λέει τις ιδέες και τους προβληματισμούς του. Η εκλογή του τον σπρώχνει να παρατηρεί, να σκέφτεται, να προτείνει, να παρεμβαίνει. Επίσης, το Γυμνάσιο, στην επίσημη ιστοσελίδα του, συνεχάρη τους μαθητές που εξελέγησαν.
Επίσημα λοιπόν, φαίνεται πως το σχολείο επικροτεί την ύπαρξη συλλογικοτήτων των μαθητών.
Χτες όμως, ο μικρός ήταν ιδιαίτερα σφιγμένος. Μου εκμυστηρεύτηκε πως τους κάλεσε ο γυμνασιάρχης και πριν καν αναρωτηθούν οι ίδιοι, τους είπε να μην περάσει απ το μυαλό τους καμιά ιδέα για κατάληψη, γιατί θα καλέσει την αστυνομία. Θα δώσει και τις διευθύνσεις των σπιτιών τους, για να ‘ρθουν να συλλάβουν τους γονείς οι αστυνόμοι. Τους κούνησε το δάχτυλο και πρόσθεσε:
«Ξέρω καλά που μένετε. Όλοι σας! Γι αυτό προσέξτε καλά! »
«Πώς αντιδράσατε;»,  τον ρώτησα.
«Ε, ο πρόεδρος είπε ότι δεν είναι δικό μας θέμα η Τράπεζα Θεμάτων, γιατί εμείς δεν είμαστε στο Λύκειο αλλά στο Γυμνάσιο. Εξάλλου, δεν είχαμε -καν- σκεφτεί να κάνουμε Κατάληψη. Μας είπαν κιόλας, πως τα μαθήματα που θα χάναμε, θα τα κάναμε στις διακοπές των Χριστουγέννων και δεν θέλουμε να χάσουμε τις διακοπές μας.»

Έχετε παρατηρήσει τα έντομα που τα ψεκάζεις με εντομοκτόνο; Πώς κουλουριάζονται και μικραίνουν πριν παραδώσουν το πνεύμα; Ε, αυτή την εικόνα έφτιαξε το μυαλό μου για τα 14χρονα του 15μελούς.

Ξεκίνησα λοιπόν μια μακριά κουβέντα με τον συρρικνωμένο εκπρόσωπο. Του είπα πως σε 6 μήνες που θα τελειώσει την 3η Γυμνασίου, η Τράπεζα Θεμάτων θα γίνει δικό του θέμα. Το αν συμφωνεί ή όχι, το αν θέλει να αγωνιστεί ή όχι γι αυτό, είναι δική του απόφαση κι επομένως δική του ευθύνη. Για να αποφασίσει όμως, θα πρέπει να ενδιαφερθεί και να μάθει τα αρνητικά και τα θετικά. Του είπα ότι τις Καταλήψεις δεν τις κάνουν οι μαθητές για να χάσουν το μάθημα. Αν το βλέπουν έτσι, κάτι δεν πάει καλά. Η απώλεια διδακτικών ωρών, έστω κι αυτών των βαρετών με τις οποίες ταλαιπωρεί τους μαθητές, το -αποτυχημένο σε όλες τις αξιολογήσεις- εκπαιδευτικό μας σύστημα, είναι απώλεια μιας ευκαιρίας γνώσης -της μόνης που τους παρέχει η δημόσια εκπαίδευση- άρα είναι η προσωπική θυσία των μαθητών στους όποιους αγώνες αποφασίζουν να δώσουν. Όπως, όταν απεργεί ένας εργαζόμενος, χάνει το μεροκάματο και διακινδυνεύει τη δουλειά του. Έχει όμως ζυγίσει στο μυαλό του πως ότι διεκδικεί, αξίζει παραπάνω από αυτή την απώλεια. Τουλάχιστον, έτσι θα έπρεπε να κάνει. Διαφορετικά δεν κάνει αγώνα, μας κοροϊδεύει.

Θα πρέπει λοιπόν κι οι μαθητές να ξέρουν τι διεκδικούν και τι θυσιάζουν. Διαφορετικά δεν έχει νόημα να αγωνίζονται. Του είπα επίσης, να αγνοήσει κι αυτός κι οι συμμαθητές του, τις απειλές του Δ/ντή. Του εξήγησα πως στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο άνθρωπος αυτός ενήργησε άστοχα και πως ο τρόπος για να προστατευθείς από κάποιον εκβιασμό είναι να ζητήσεις βοήθεια και να κοινοποιήσεις την απειλή σε όσο μπορείς περισσότερο κόσμο. Και φυσικά του είπα ότι θα είμαι δίπλα του σε ότι αποφασίσει. Αρκεί ν’ αποφασίσει ξέροντας τι θέλει, τι θυσιάζει και χωρίς φόβο.

Συζητήσαμε και για το εκπαιδευτικό σύστημα γενικότερα. Ότι καλό θα ήταν να υπάρχουν πολλοί καθηγητές, να έχουν μικρότερα τμήματα, πολλές διδακτικές ώρες κι επιλογές μαθημάτων. Μου είπε ότι αυτό είναι υπερβολικό. Ότι δεν γίνεται (η συρρίκνωση που λέγαμε). Του απάντησα πως γίνεται, αν υπάρχει απόφαση και διατεθούν χρήματα. Χρήματα που έτσι κι αλλιώς, εμείς οι γονείς δίνουμε στα φροντιστήρια για να διδαχθούν τα παιδιά πώς να αριστεύσουν σε ένα αναποτελεσματικό σύστημα.

Παρατήρησε πως όταν απεργούν οι καθηγητές του, προβάλουν το θέμα των μισθών τους κι ελάχιστα μιλούν για τις γενικότερες ανάγκες της Παιδείας. Του απάντησα, πως  κανονικά θα έπρεπε μαθητές και καθηγητές να έχουν κοινούς στόχους. Πως ένας καλός καθηγητής είναι ένας καλά αμοιβόμενος και αξιοπρεπής άνθρωπος. Πως μερικές φορές, οι ενήλικες δεν σκέφτονται ωριμότερα απ’ τα παιδιά. Ενίοτε, η παιδική ματιά είναι καθαρότερη κι αυτήν την καθαρότητα πρέπει να τη διαφυλάξουν. 
Κυρίως να μην αφήνουν το φόβο να επηρεάζει τις αποφάσεις τους.

Δεν ξέρω αν κατάφερα να συνεφέρω το ποδοπατημένο πνεύμα του παιδιού. Κι όσο κι αν μίλαγα, όσο κι αν τσέκαρα πως με προσέχει, αναρωτιόμουν για το τι μπορεί να διορθωθεί σε έναν κόσμο που έχει γυρίσει ανάποδα και όπου, αυτό το ανάποδο μοιάζει να αρέσει.

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2014

H LEICA ΣΤΟ ΦΕΓΓΑΡΙ*




Στις 3 Νοεμβρίου 1957 ένα αδέσποτο σκυλί ήταν το πρώτο έμβιο ον που στάλθηκε στο διάστημα. Το μάζεψαν από το δρόμο της Μόσχας, το τάισαν, το καθάρισαν, το χτένισαν, το φωτογράφισαν. Μετά το έβαλαν μέσα σε ένα διάσημο πύραυλο. Κι έστειλαν τον πύραυλο στο διάστημα. Για πάντα. Η ψυχροπολεμική εποχή ανέδειξε τη Λάικα σε ηρωίδα. Η προπαγανδιστική πολιτική έστειλε την ηρωίδα σε κάθε σπίτι. Με όλα τα μέσα δημόσιας προβολής που διέθετε, πρωτίστως όμως εξαγοράζοντας το παιδικό συναίσθημα. Τα παιδιά διαθέτουν την αθωότητα για να πιστέψουν τα πάντα και τη δύναμη να κινητοποιήσουν τους πάντες. Στα άδολα μάτια τους η Λάικα ήταν μια μικρή θηλυκιά ηρωίδα. Σαν την άλλη χαριτωμένη σκυλίτσα, τη Λάση που μπήκε με το τηλεπαράθυρο μέσα στη μικροαστική αμερικάνικη καθημερινότητα κι έμεινε εκεί διατρανώνοντας την πίστη της στο τρίπτυχο πατρίδα-θρησκεία-οικογένεια. Με την ίδια ταχύτητα, του πυραύλου, μπήκε και σάρωσε κάθε άμαθη και  απλοϊκότερη ζωή. Γιατί η κινούμενη και σε οικογενειακή συσκευασία εικόνα ήρθε για να μείνει αποτυπώνοντας τις προσδοκίες και τις φιλοδοξίες του μεταπολεμικού ανθρώπου και του αιώνα που αργοπέθαινε. Ενώ τα γεράκια του καπιταλισμού καραδοκούσαν: έπιασαν τα υλικά αγαθά - εμπορικά ή εικονικά, και αφού τα κέντησαν με όμορφα στολίδια τα ονομάτισαν ευτυχία· περιέλαβαν το συναισθηματισμό και τον έκαναν προϊόν και το προϊόν το ονόμασαν ανάγκη, διαστρέβλωσαν την ανάγκη και τη μόρφωσαν σε επιθυμία.
Κι από τότε όλοι κυνηγάμε τη διασημότητα, βαφτίζοντάς την ευτυχία. Όπως οι Ρώσοι που εξάρτησαν την επιτυχία του διαστημικού τους προγράμματος από τη λαοφιλή περσόνα της Λάικα και των άλλων σκυλιών, έτσι κι εμείς κυνηγάμε το δημοφιλές δεκάλεπτο που μας αξίζει. Στα share και τα likes, στα googles-groups και τους followers. Στα DMs και τα ιντερνετικά ραδιόφωνα. Στα ηλεκτρονικά τερτίπια και τα ψηφιακά καμώματα. Παντού κρινόμαστε και ολούθε κρίνεται η στιγμή της ευτυχίας μας.  Όλοι εμφορούμαστε από την ανάγκη της· κυκλοφορούμε μερόνυχτα προς άγρα της, ξημερωνόμαστε στα δίκτυα πλειοδοτώντας την, και κάθε πρωί ξυπνάμε αποζητώντας την,  όπως η έρημος αποζητά την πρωινή δροσιά. Κι ας μας ξεχάσουν μετά από 1.899.756.098.109 σβούρες στο διάστημα.  

*Αρκετά χρόνια μετά την Λάικα, η Leica - ένα καταναλωτικά όμορφο και ρηξικέλευθο προϊόν - γίνεται η πρώτη φωτογραφική μηχανή που θα βρεθεί στην Σελήνη για να καταγράψει το κατόρθωμα των αστροναυτών του Apollo 11. Αποτέλεσε την επιλογή της NASA τόσο λόγω του μεγέθους τους όσο και τηςδυνατότητας μετατροπής ώστε να εστιάζει ο «φωτογράφος» που θα φοράει το ειδικόκράνος.

Τρίτη, 28 Οκτωβρίου 2014

Σημαιοφόρος

-Σημαιοφόρος!!! φώναξε, ούρλιαξε σχεδόν, κάνοντας την ομήγυρη να γυρίσει να την κοιτάξει πριν αρχίσει να χαχανίζει, κι έφυγε τρέχοντας για το σπίτι της να το προλάβει στη μάνα και στην αγαπημένη της γιαγιά που καθόταν στην πεζούλα. Ήταν τόσο μα τόσο περήφανη που μαζί με το παρεάκι της θα παρέλαυναν στην πλατεία του χωριού. Ήταν τόσο μα τόσο ευτυχισμένη που θα κρατούσε τη σημαία, που θα την παιάνιζε στον αέρα, που θα την έγερνε σαν επιτάφιο λουλούδι μπροστά στο μνημείο των πεσόντων. Ήταν τόσο ξεμυαλισμένη που δεν πρόσεξε το χρόνο που κυλούσε σαν νερό μες στην κλεψύδρα.

Κι ύστερα από κάμποσο καιρό, που δεν μετριέται στις συνηθισμένες μονάδες ιστορικού χρόνου, αλλά με βουναλάκια έγνοιας και φροντίδας, που γράφεται πάνω σε ανθρώπινες ρυτίδες και ξεθωριάζει τις ατίθασες τρίχες...

...ξύπνησε και είδε την πατρίδα της αδύναμη και σκυθρωπή, ένιωσε κάμποσους γενναίους να έχουν σκύψει το κεφάλι, διαισθάνθηκε τα όρνια να παραφυλάνε, άκουσε για μπουραντάδες και ταγματασφαλίτες, έμαθε για δοσίλογους και μαυραγορίτες, για θηριωδίες και εξορίες, είδε τους παλιούς συμμαθητές της να φεύγουν για να πάρουν μέρος σε άλλους πολέμους, σε χώρες μακρινές, για να τιμωρήσουν λαούς που κάποιοι άλλοι - οι δυνατοί - είχαν κατονομάσει εχθρούς, έβλεπε να χτίζουν φυλακές εκεί όπου, όπως είχε μάθει, έπρεπε να χτίζονται σχολειά, έβλεπε να υψώνονται τείχη στα σύνορα που είχαν καταλυθεί, είδε να εξευτελίζονται άνθρωποι που τολμούσαν να αντιστέκονται, συνάντησε συνανθρώπους της να στήνονται στην ουρά για ένα πιάτο ζεστό φαΐ, είδε ήρωες να προπηλακίζονται, σιδερόφραχτους φύλακες να στιβάζουν ολοένα και περισσότερους πολίτες του κόσμου σε σύγχρονα στρατόπεδα, διάβασε για μετανάστες που αφήνονται και πνίγονται στα γαλανά νερά της χώρας της, είδε τους φυλακισμένους να πολλαπλασιάζονται και τους αδύναμους να μεταμορφώνονται σε ακόμη πιο αδύναμους, βίωσε τη διαφορετικότητα να καταδιώκεται, είδε αντί για αγάπη να μοιράζεται όξος και χολή, άκουσε τους οιονεί οικουμενικούς αρχιιερείς να προσεύχονται μόνο για την εν Χριστώ αδελφότητα, γνώρισε οικογένειες που περίμεναν τον έναν να φροντίσει όλους τους άλλους, παιδιά, μανάδες και παπούδες, έχασε φίλους που ξενιτεύτηκαν, δάκρυσε με ζώα που βασανίζονται, κάγχασε με ανθρώπους της τέχνης και του λόγου που αλληλοεξευτελίζονται, έζησε επίορκους γιατρούς, ωνησμένους δικαστές και μηχανικούς που ξεπουλιούνται, συνάντησε εργάτες να αλαλιάζουν στην προσπάθειά τους να τα φέρουν πέρα, είδε πατριδοκάπηλους και αρχαιολάγνους να πρωτοστατούν σε λάθος μέρη με αχρεία περιβολή, είδε τη δημοσιότητα να ευτελίζεται και την εντιμότητα να βασανίζεται...

Κι έτσι όταν άκουσε τις εορταστικές πρωινές καμπάνες, γύρισε το πλευρό και απλά σκέφτηκε τα μάλλινα ρούχα που έπρεπε να βγάλει από τις ναφθαλίνες.


Παρασκευή, 24 Οκτωβρίου 2014

Πλινκ-πλινκ

Έχω ένα excel για συμπλήρωμα μπροστά μου. Στη στέγη, η βροχή κρατάει το δικό της μπιτ. 
Πληρώνομαι -μεταξύ άλλων- για να φυλακίζω νούμερα σε κελιά. Να τα κλειδώνω, να τα ελέγχω, να τα τσεκάρω σε τακτά διαστήματα. Όχι τόσο συχνά, όσο τα πλινκ-πλινκ, ευτυχώς.
Ούτε εκείνα θέλουν να φυλακιστούν ούτε κι εγώ, ειν΄η αλήθεια. 
Κοίτα να δεις όμως. Ό,τι με πληρώνει, είναι αυτό το το πλινκ-πλινκ από πάνω. Για να εισπράξω, αρκεί να στήσω αυτί.
Κρατάει το ρυθμό της μέρας με ένα τρόπο πιο πραγματικό από την αποκαλούμενη πραγματικότητα.

Προβλήματα του 1ου κόσμου θα μου πεις. Άλλοι δεν έχουν να φάνε, δεν έχουν πρόσβαση σε νερό και φάρμακα κι εσύ γκρινιάζεις γιατί δεν αγκαλιάζεις τη βροχή. Που αν είχες χρόνο, μπορεί και να μην της έδινες σημασία.
Κι όμως, αυτό ίσως και να ‘ναι το πρόβλημα του κόσμου. Του 1ου, του 2ου και του 3ου. Ότι δηλαδή, κοιτάμε ότι είναι όντως σημαντικό, μόνο όταν αναγκαζόμαστε ν’ ασχοληθούμε με κάτι που βαφτίσαμε σημαντικό. Κάτι πραγματικά ασήμαντο. Ότι αντιλαμβανόμαστε το χρόνο, όταν μας τον έχουν φυλακίσει και το χειρότερο: σπαταλάμε ότι μας αφήνουν να διαχειριστούμε. Τα πιο πολύτιμα resources μας: το χρόνο και τη ζωή.

Αυτό, που ίσως μας χρειάζεται, είναι μια συνεχής άσκηση στην τεμπελιά. Να τη ζήσουμε, να τη χορτάσουμε και να μάθουμε να τη χειριζόμαστε. Απολαμβάνοντας την. Μετατρέποντας τη σε στιγμές, παρόν, ζωή.
Χμ...

Σταμάτησε η βροχή, σταματώ τη φλυαρία. 


Παρασκευή, 17 Οκτωβρίου 2014

Η αρρώστια των καιρών

Είδα αυτή τη φωτογραφία:
Ρίξτε μια ματιά εδώ: http://www.efsyn.gr/?p=244136 Έχει κι άλλες.
Μετανάστες από την Αφρική προσπαθούν να περάσουν τον φράχτη της Ισπανίας.
Άνθρωποι κρεμασμένοι σαν μυρμήγκια, σαν έντομα, σαν ...τι;
Ξέρεις τι μου θύμισε;

Αυτή την εικόνα:
Από το World word Z είναι.
Η πλεοψηφία της ανθρωπότητας προσβάλλεται από ένα ιό, που θυμίζει τον Έμπολα αλλά είναι ακόμα χειρότερος. Όσοι έχουν προσβληθεί, προσπαθούν να φτάσουν στους χώρους όπου οι υγιείς έχουν κλειστεί σε τείχη, φράχτες, συρματοπλέγματα.
Σκεφτόμουν λοιπόν, ότι η αρρώστια της εποχής μας είναι η φτώχεια.
Η θανατηφόρα φτώχεια.
Γιατί όλα τα λεφτά κι όλες οι σκέψεις ξοδεύτηκαν για να χτιστούν φράχτες.
(Μετά θα ευχηθούμε καλό Σ/Κ κι όλα εντάξει.)

Πέμπτη, 9 Οκτωβρίου 2014

Αμφί-ρ-ροπο

Το κουδουνάκι έκανε το χαρακτηριστικό ήχο, που όλοι είχαμε συνηθίσει να ακούμε όταν μπαίναμε στο φαρμακείο της γειτονιάς. Ήταν αυτός ο μεταλλικά χαδιάρικος ήχος που σε καλωσόριζε με ένα ευδιάθετο νάζι. Παρότι συνηθισμένος στη μελωδία, αυτή τη φορά του φάνηκε αλλόκοτη, όπως τότε που την πρωτάκουσε σε ένα δρομάκι στην παλιά πόλη της Πάρμας, κι όταν με λίγη προσπάθεια, θυσιάζοντας μερικές ώρες από τις ανέμελες βόλτες του είχε καταφέρει να βρει και να αγοράσει το πολυπόθητο σήμαντρο. Η αλήθεια όμως είναι ότι αυτήν τη φορά δεν την είχε καν ακούσει, αλλά ήταν σίγουρος ότι ακούστηκε το ίδιο θεσπέσια με εκείνη την πρώτη φορά, ένα κρύο πρωινό που τριγύρναγε στην πόλη που σπούδαζε.
Καθώς η γυναικεία φιγούρα πλησίαζε προς το μέρος του, σε πλάνο κοντρ- λυμιέρ τινάχτηκε από το πρώτο κοντρ-σε-κάθε-πρόβλεψη σκίρτημα. Ασυναίσθητα έκανε να κρατηθεί σφίγγοντας με την παλάμη του το κάτω μέρος του πάγκου. Ένοιωσε την ακίδα να του τρυπά το δάχτυλο. Την αισθάνθηκε να προχωρά μέσα στις φλέβες, όσο εκείνη προχωρούσε προς το μέρος του, και να φτάνει μέχρι την καρδιά. Την άφησε εκεί να στέκεται απειλητική, και καθησυχάζοντας την επαπειλούμενη άλλη, μόλις αντίκρυσε και ξεχώρισε τα χαρακτηριστικά της γυναίκας, αποφάσισε ότι έφτασε η στιγμή που έπρεπε να αντιμετωπίσει. Τι θα θέλατε; Παρακαλώ; Καλημέρα σας! Ανάκατα του ξέφυγαν οι λέξεις σαν το μήνυμα που ξεκινάς να αφήσεις στον αυτόματο τηλεφωνητή χωρίς ποτέ να περιμένεις το μπιπ. Το καλοφροντισμένο χέρι της του πρότεινε το χαρτί με τη συνταγογράφηση. Σκύβοντας να το διαβάσει καλύτερα τον έπιασε η μυρωδιά που ανέδυνε ο καρπός της. Δεν ήταν κάτι ιδιαίτερο, αλλά από εκείνη τη στιγμή και μετά θα το ξεχώριζε ανάμεσα από τα πιο χαρακτηριστικά κι έντονα αρώματα που είχε συνηθίσει στη δουλειά του, φτηνές κολώνιες που έχουν ποτίσει τα σακάκια των ιατρικών επισκεπτών, σαμπουάν κατά της πυτιρίδος, λοσιόν κατά των φθειρών, μαντηλάκια για την ευαίσθητη περιοχή, παιδικές πούδρες κατά των συγκαμμάτων και ευεπίφορες γυναικείες κρέμες νεότητος. Κάπως απότομα γύρισε προς τα ράφια και τα συρτάρια του κρατώντας τη συνταγή και ρίχνοντάς της κάθε δεύτερο λεπτό από μια ματιά, καθώς ένας αρχέγονος φόβος τον είχε κυριεύσει, φόβος που είχε φωλιάσει μέσα του χρόνια πριν, όταν βοηθούσε την απαιτητική και πικρόχολη μάνα του, εδώ, σε τούτο το ίδιο φαρμακείο.
Ο χρόνος που μεσολάβησε μέχρι να ολοκληρωθεί η χρηματική συναλλαγή, το τύλιγμα των κουτιών με τα φάρμακα, η επίδοση των ρέστων της απόδειξης με το ένα χέρι και της χάρτινης σακουλίτσας με το άλλο, εξανεμίστηκε αυτοστιγμή και όλα αυτά τα τετριμμένα έπαψαν να είναι σημαντικά και εύκολα πετάχτηκαν στα σκουπίδια της ιστορίας μιας που ποτέ δεν εξυπηρέτησαν τα ανομολόγητα πάθη και την παρελκόμενη ονειροπόληση.
Το μόνο που απέμεινε ήταν το σκίσιμο της μπλούζας στην πλάτη, μια κουκίδα που θόλωσε την ωχρά του κηλίδα και αναστάτωσε το παρασυμπαθητικό του, βάζοντάς τον να θυμώνει με τον εαυτό του, καθώς πια την έβλεπε να απομακρύνεται…

G.Belows, Club Night (1907), oil on canvas

Παρασκευή, 3 Οκτωβρίου 2014

Devil's Bridge


Λέει το παραμύθι:

Πριν από πολλά-πολλά χρόνια, ο Διάβολος έμαθε για έναν τόπο όμορφο σαν παιδικό όνειρο.


Απαλές κοιλάδες, πράσινοι λόφοι, λίμνες, ποτάμια, ρουμάνια και ρυάκια, μοσχοβολιά νοτισμένης γης, φορτωμένες μηλιές, όλων των λογιών τα ψιλόλιγνα δέντρα, αγριολούλουδα και φτέρες παντού.
 


Αποφάσισε το δίχως άλλο, να κάνει το μέρος δικό του.
Με ένα ΠΑΦ βρέθηκε στο φαράγγι του ορμητικού ποταμού Rheidol.



 Εκεί, σε ένα δασωμένο πέρασμα, πάνω από τους καταρράκτες, τον καλημέρισε μια γιαγιά με ύφος ανήσυχο:
-Χάγια, του είπε στη γλώσσα των ντόπιων.
-Γεια σου και σένα κυρά, της ανταπάντησε ο Διάβολος. Πώς παν' τα κέφια; Σαν λίγο σκεφτική μου φαίνεσαι.
-Αχ και πώς να μην είμαι ξένε! Η χαζή η αγελάδα μου, πέρασε το βράδυ τα νερά και σήμερα που φούσκωσε με τη βροχή το ποτάμι, δεν μπορεί να γυρίσει. Κι έμεινε απέναντι η καλή μου η αγελάδα, που μου δίνει κάθε μέρα το γάλα της. Αχ!
-Μην σε νοιάζει χρυσή μου κυρία! Εγώ θα στα ρυθμίσω όλα! Αύριο το πρωί, θα σου 'χω έτοιμη την πιο όμορφη πέτρινη γέφυρα που 'χεις φανταστεί! Μόνο, να... θέλω να μου υποσχεθείς, κάτι. Ένα τιποτένιο αντάλλαγμα.
- Α, ναι; Μπορείς να κάνεις τέτοιο πράγμα; Θα με σώσεις! Αλλά ποιο είναι αυτό το τιποτένιο αντάλλαγμα; Χρυσάφι δεν έχω να σου δώσω.
- Δεν θέλω χρυσάφι, αποκρίθηκε ο διάβολος. Θέλω μόνο να μου τάξεις την ψυχή του πρώτου ζωντανού πλάσματος που θα διαβεί το γεφύρι. Εντάξει;
- Εντάξει, συμφώνησε η γιαγιά και οι σκιές απ' τα πανύψηλα ντόπια έλατα, τα πεύκα και τα πλατάνια, παρέλασαν πίσω απ' το βλέμμα της- όλες μαζί.

Γύρισε σπίτι της πιο ανήσυχη απ' όσο είχε φύγει.
Ποιος να΄ταν ο άγνωστος;
Από πού ξεφύτρωσε;
Πώς θα κατάφερνε -αν όντως έλεγε αλήθεια- να χτίσει σε μια νύχτα γεφύρι, στο πιο γρήγορο ποτάμι του τόπου και μάλιστα στο πιο απότομο κομμάτι του;
Και πώς θα γλίτωνε την ψυχή της; μια και- ποιος άλλος απ' την ίδια, θα ήταν το πρώτο ζωντανό πλάσμα που θα περνούσε το πρωί τη γέφυρα;
Εκεί που έσπαγε το κεφάλι της, ένα γουφ, της απέσπασε την προσοχή.
Ο παιχνιδιάρης σκύλος της, στριφογυρνούσε την ουρά κι αποζητούσε γελαστά χάδια.
Καθώς του έξυνε τη ράχη, σκέφτηκε πόση παρηγοριά είναι ένας σκύλος για τον άνθρωπο και πώς όλες οι έγνοιες ρουφιούνται και λιώνουν στη ζεστασιά του ζώου.
Και όπως ήταν φυσικό, η γιαγιά χαμογέλασε.

Την άλλη μέρα, όπως της είχε υποσχεθεί ο διάβολος, είδε μπροστά της, το πιο κομψό, σκαλισμένο πέτρα-πέτρα, κι όσο χρειάζεται καμπυλωτό κι ελκυστικό γεφύρι. Κι εκεί, στην απέναντι όχθη, η καλή και χαζή ασπρόμαυρη αγελάδα μασούλαγε (καταπώς έκανε πάντα) κι έδιωχνε τις πρωινές μύγες με την ουρά της.
Με ένα ΠΑΦ, ο διάβολος εμφανίστηκε από το δικό του τόπο- το Πουθενά, και τρίβωντας τα χέρια του, είπε στη γιαγιά:
-Χάγια καλή μου κυρά! Να εδώ μπροστά σου, το δικό μου κομμάτι της συμφωνίας μας. Μην ξεχάσεις ότι μου έταξες εσύ! Το πρώτο ζωντανό πλάσμα που θα διαβεί το γεφύρι, θα 'ναι δικό μου!
- Χάγια, το θυμάμαι, απάντησε η γιαγιά και βγάζοντας από την τσέπη της ένα κομμάτι ψωμί το πέταξε στην απέναντι άκρη του γεφυριού.
Ο σκύλος με την αεικίνητη ουρά, όρμησε κι όλος χαρά, πέρασε τη γέφυρα κι έφαγε το ψωμί.
Αν ο Διάβολος ήταν θνητός, θα πάθαινε αποπληξία.
-Με ξεγέλασες! Τι να την κάνω την ψυχή του σκύλου; Αυτή χαρίζεται μόνο στους ανθρώπους! Δεν θέλω να το ξέρω αυτό το μέρος! φώναξε στην κυρά και με ένα ΠΑΦ εξαφανίσθηκε.

Από τότε το γεφύρι ονομάστηκε του Διαβόλου, αν και ο Διάβολος δεν θέλει να 'χει καμιά σχέση μαζί του. Γιατί, μια και ο Διάβολος νικήθηκε, άφησε πίσω του ένα χάδι μαγείας.
Είναι τόσο ωραία εδώ, που κάθε ξένος, νοιώθει πως είναι στην πατρίδα του. Λογικό, μια και κοινή μας μάνα είναι η ομορφιά.
Επίσης, ίσως όχι και τόσο τυχαία, οι περισσότεροι ντόπιοι έχουν σκύλους. Συνήθως δύο ή τρεις ο καθένας. Όσοι περισσότεροι φυλάνε την ψυχή σου, τόσο το καλύτερο. Κι όλοι οι σκύλοι είναι φάτσες και χαϊδεμένοι. Στους δρόμους, δεν κυκλοφορεί ούτε ένα αδέσποτο.

To όνομα του τόπου προφέρεται σαν τραγούδι αλλά μόνο από όσους έχουν την κατάλληλα μελωδική φωνή. Δοκιμάστε ελεύθερα και δείξτε ιδιαίτερη τρυφερότητα σ' αυτό το Αχ στο τέλος: Pontarfynach

Όλες οι φωτογραφίες είναι του Λεωνίδα.