Τετάρτη, 28 Ιουνίου 2017

Λισαβονίτσα

‘Ει ψιτ!
Γεια σου μπλογκάκι. Κοιμόσουν;
Σε ξέχασα. Ξέχασα και πώς γράφουν. Αν δηλαδή, ήξερα ποτέ. Αλλά να, τώρα είπα να σου διηγηθώ ένα παραμύθι. Όχι ακριβώς παραμύθι. Θα σου διηγηθώ ένα ταξίδι.

Που λες, φτάσαμε νύχτα στη Λισαβόνα. 
Με το που βρίσκομαι σε νέο τόπο, πριν ακόμα τον κοιτάξω, τον μυρίζω. Έχω διδαχτεί απ’ το γατί μας μάλλον. Το βλέμμα χρειάζεται πολλές επισκέψεις. Θέλει εμβάθυνση, υπαναχωρεί, κοιτάζει ξανά και ξανά κι αλλάζει γνώμες. Μια πείθεται, μια αμφιβάλλει. Η μύτη εξαργυρώνει επί τη εμφανίσει. Η Λισαβόνα μυρίζει θάλασσα, βερίκοκα, καλοκαίρι, ε και μια σταλιά σκουπίδια. Γιατί έχει ζέστη. Πολλή ζέστη. Μυρίζει ταξίδι.
"Ώπα!", είπα. Ταξίδεψα 3 χιλ χιλιόμετρα και βρέθηκα στο σπίτι και στο νησί; Επειδή μάλλον τ΄ αγαπάω το συγκεκριμένο σπίτι και για το νησί ας μην μιλήσω τώρα, αγάπησα την πόλη. Κεραυνοβόλα.
Μας το ‘παν κι ο ξενοδόχος κι ο οδηγός του τουκ-τουκ, το επόμενο πρωί: θα τη λατρέψετε τη Λισαβόνα.
Προφανώς, όλοι το ίδιο παθαίνουν.

 Το πρωί ξεκινήσαμε περπάτημα. Ανελέητο. Πήραν φωτιά τα χανζαπλαστ. Ο Λεωνίδας να φωτογραφίζει σιντριβάνια, αγάλματα, πλατείες, τραμ, γκράφιτις, κάθε τοίχο στολισμένο με ajulehos, που τα λέγαμε μεταξύ μας αντζουλίχος αλλά μάλλον προφέρονται αζουλέζου κι εγώ ν’ αναφωνώ κάθε τόσο: μα τι ωραία! Τι ωραία!





Ευλογία η χαζοχαρμοσύνη κι οτιδήποτε στην προκαλεί.



Η Λισαβόνα είναι όμορφη μ’ έναν τρόπο οικείο. Δεν επιβάλλεται με τη μεγαλοπρέπειά της. Δεν απαιτεί το θαυμασμό σου. Δεν είναι προπετής κι ενώ μοιάζει, δεν είναι μια απ ΄τα ίδια με τις copy-paste Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες. Επιπλέον, είναι χτισμένη σε μέρος, τόσο προκλητικά ωραίο. 
Ναι, έχει κι εδώ ποτάμι, αλλά έχει ο Τάγος τόσο ανακατευτεί με τον Ατλαντικό που μοιάζει θάλασσα. Κι είναι κάτι σημεία, που λες πως είσαι ήδη στο καράβι και ταξιδεύεις ή –δεν μπορεί- τρέχεις να προλάβεις το πλοίο. Νομίζεις πως σκύβεις στο μπαλκόνι του πλανήτη και δεν γίνεται να μην μπεις για λίγο έστω, στο μυαλό του εικοσάρη Βάσκο ντα Γκάμα. Νομίζεις πως είσαι και καλά πειρατής κι αρπακτικό και τίποτα δεν μπορεί να σε καθηλώσει στη στεριά όταν υπάρχει γύρω μόνο ωκεανός. Τον νιώθεις που ξαμολήθηκε να μετακινήσει την άκρη του κόσμου, για να φέρει τάχα –άκου τώρα- μοσχοκάρφια στο βασιλιά του.
Εφτά λόφους έχει η πόλη. Δεν μέτρησα πόσους ανηφόρισα, πάντα με την προοπτική να σχεδιάσω το πώς θα ξανακυλήσω. Πόλη-τσουλήθρα. Από παντού σε τραβολογάει η θάλασσα (ναι, σιγά μην είναι ποτάμι). Αδυνατείς να της ξεφύγεις. Και ποιος θέλει δηλαδή να της ξεφύγει;
Κι αφού έγινε ξεκάθαρο ότι στη Λισαβόνα θέριεψε η φυσική μας χαζοχαρμοσύνη, πέρα από την ίδια την πόλη, περιπλανηθήκαμε στο Οσεανάριο, όπου δεν χαζεύεις τα ψάρια, γίνεσαι ψάρι. 



 Σου 'ρχεται το σαλάχι τόσο κοντά στη μούρη, που λες θα τριφτεί πάνω σου, θα σου κόψει την ανάσα. Και στην κόβει. Ανοίγει τα φτερά με μια χορογραφική φιγούρα που σκέφτεσαι πως την έχει προβάρει-δεν μπορεί- τις ώρες που είναι κλειστό το ενυδρείο, το συγκεκριμένο σαλάχι προπονείται. Σου κρύβει τον ορίζοντα κι ενώ απομένεις άφωνη, το διαβολόψαρο απομακρύνεται, κάνοντας σε κομμάτια. 
Σε λοξοκοιτάζουν οι σαργοί, τα πεταλουδόψαρα, τα πολύχρωμα, τα εξωτικά, τα παγωμένα, σε αγνοούν οι καρχαρίες, κάνουν τις μαγκιές τους οι σκορπίνες, σου νεύουν οι μέδουσες, σε καλούν στον αργό τους κόσμο. 

Προχωράς στις κυκλωτικές αίθουσες κι αναρωτιέσαι αν μετακινείσαι επειδή περπατάς ή επειδή κινείς τα πτερύγια.  
Από το ένα παραμύθι στο άλλο κι απ΄το Οσεανάριο στη Σίντρα.

Να πάτε, μας είπαν όλοι. Πήραμε λοιπόν το τραινάκι, μόλις 4 ευρώ το εισιτήριο για 45 λεπτά ταξίδι, και βγήκαμε στην άλλη άκρη του τούνελ της Αλίκης και των θαυμάτων της. Ευτυχώς, οι βασιλιάδες μας τέλειωσαν κι έτσι σεργιανίσαμε με κάθε αναίδεια στα δάση, στους κήπους και στα παλάτια τους. Στη Σίντρα, δεν το αποφεύγεις. Βλέπεις, ανασαίνεις, ακούς ό,τι κι εκείνοι κι αισθάνεσαι άρχοντας. Φαντάζεσαι ότι σχεδιάζεις τουρτοειδή κάστρα ανακατεύοντας γοτθικά και μαυριτάνικα στοιχεία. Να, μια μέρα έτυχε -ας πούμε- να ξυπνήσεις κληρονόμος αμύθητης περιουσίας, με πυρετώδη δημιουργικότητα και με το αστραφτερότερο αρχιτεκτονικό ταλέντο του κόσμου.  Αν όχι βασιλιάς, άντε νιώθεις o υποκόμης Sir Francis Cook ξέρωγω. Δείχνεις από τη quinta σoυ ψηλά στο λόφο και δίνεις οδηγίες στην ακριβοπληρωμένη στρατιά καλλιτεχνών, γεωπόνων, μηχανικών και λοιπων υπαλλήλων: εκεί θέλω μια λίμνη με νούφαρα, πιο κάτω, ένα μεξικάνικο κήπο, δεξιότερα έναν ροδόκηπο κι αμολήστε παγώνια, παπιά, κύκνους να περιδιαβαίνουν όπου τραβάει η ψυχή τους.


Είναι απίστευτο το πόσος πλούτος διατέθηκε να στολιστεί σαν νύφη αυτός ο τόπος, που από τη φύση του είναι πανέμορφος. 
Κι αφού ξεχειλίσεις ομορφιά, επιστρέφεις στην πόλη της Σίντρα, παίρνεις το λεωφορείο (άλλα 3 ευρώ αυτό) κι ακολουθείς την παράκτια, παραωκεάνια να πω, διαδρομή Cabo da Roca- Cascais.  To Cabo da Roca είναι το δυτικότερο άκρο της ευρασιατικής ηπείρου. Ένα ψηλομύτικο ακρωτήρι στον ωκεανό. Προκλητικό και ιλλιγγιώδες.

Στο Cascais κολυμπούσαν οι βασιλιάδες κι οι άλλοι πλούσιοι της Σίντρα και σήμερα πλατσουρίζει τόσος κόσμος που λες πως βρέθηκες σε κινέζικη παραλία. Κι εξακολουθεί να είναι όμορφο μέρος. Κι ας είναι θολό και παγωμένο το νερό. Γιατί τέτοιοι είμαστε οι Έλληνες. Μην μπούμε σε ξένη θάλασσα, αμέσως να τη συγκρίνουμε. 
Δεν ξέρω αν κάναμε καλά, αλλά εκτός από τα κάστρα του São Jorge, το Belém Tower , το Μοναστήρι του Jerónimos και την εκκλησία του προστάτη της πόλης Santo António, αποφύγαμε τα μουσεία. Επιδιώξαμε ωστόσο μια βραδιά στη μαυριτάνικη γειτονιά της Alfama. Πόσο πολύ μου θύμισαν Σεβίλη τα καντούνια. Αν κι εδώ, όλα είναι ακόμα πιο χαλαρά. 
Ο κόσμος στο δρόμο, στο πόδι, από το σπίτι στην ταβέρνα και στο τραγούδι με μια αμεσότητα που θυμίζει ταινία. Αναρωτιέσαι αν είναι πραγματικότητα, αν είναι φιαχτό, αν ζεις σε μιούζικαλ, αν τηλεμεταφέρθηκες στο lalaland της Πορτογαλίας: να τραγουδάει ο μαγαζάτορας κι η έγγυος κόρη του και να δίνουν τη θέση τους στους σερβιτόρους και μετά στο μάγειρα, που τα καταφέρνει και στην κουζίνα και στη μουσική. 
Ο.κ.
Πώς αλλιώς θα τέλειωνε ένα ταξίδι στη Λισαβόνα αν όχι με φάντο;
(Σνιφ)

*Οι φωτογραφίες είναι του Λεωνίδα.

6 σχόλια:

  1. Αχ τι ωραία!
    Ευχαριστώ για την υπέροχη βόλτα στη Λισαβόνα!
    Πολλά, πολλά τέτοια ταξίδια σου εύχομαι!
    Θερμά συγχαρητήρια στον φωτογράφο Λεωνίδα!
    Ειδικά για τη φωτογραφία με τις μπλε μέδουσες και για την αμέσως επόμενη με το πτηνό!

    ΥΓ. Αν θελήσεις να με βρεις, μην πας στο Σιγά τ' αβγά. Μετακόμισα στη διεύθυνση http://artistatouvwvou.blogspot.gr/
    Όχι, σου το λέω να το ξέρεις, για να μη λες ότι δεν σου το είπα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Καλημέρα αγαπημένη αρτίστα! Σ' ευχαριστούμε πολύ κι εγώ κι ο Λεωνίδας για τα καλά σου λόγια.
    Πάω να ενημερώσω τη λίστα ανάγνωσης με τη νέα σου διεύθυνση. Καλορίζικη! :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. Σοβαρά όμως, όλες αυτά τα κείμενα με τις φωτογραφίες από τις περιηγήσεις αμφότερων δεν σκέφτεστε να τα συγκεντρώσετε σε έναν ταξιδιωτικό οδηγό with a twist?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ανώνυμε!
      Καλέ μας Ανώνυμε, τι ωραία που επανεμφανίστηκες!
      Α, τι καλά! Twisted Travels Θα το πούμε! Πάω να σκουντήσω την συμπλόγκερ!

      Διαγραφή